Home Η Γονική Λειτουργία Η Φροντίδα του Παιδιού

PostHeaderIcon Η Φροντίδα του Παιδιού

Πόσο ευκολότερο θα ήταν για όλους μας να γνωρίζαμε όλες η τουλάχιστον λίγο περισσότερες απαντήσεις στο πρόβλημα του πώς να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Βέβαια στο πέρασμα των χρόνων οι μεγάλοι Θεωρητικοί αλλά και Κλινικοί μας μετέδωσαν πολλές και βασικές γνώσεις καθώς και έναν γόνιμο τρόπο θεώρησης των προβλημάτων στη φροντίδα των παιδιών για την αντιμετώπιση και την κατανόησή τους. Όλα αυτά όμως δεν έχουν νόημα αν δεν λαμβάνεται υπόψιν η υποκειμενικότητα, η ιδιαιτερότητα και η μοναδικότητα του κάθε προσώπου.

Οι πρώτες εμπειρίες και τα πρώτα συναισθήματα ενός παιδιού αποτελούν ζωτικό στοιχείο στην ανάπτυξή του τα οποία θα συνεχίζουν να το ακολουθούν και στην υπόλοιπη ζωή του.

Συνεπώς ένα δυστυχισμένο παιδί στα πρώτα του χρόνια θα μεταφέρει ένα βαρύ συναισθηματικό φορτίο στα επόμενα χρόνια το οποίο θα παίρνει διάφορες μορφές και θα εκδηλώνεται και στην συμπεριφορά του:''Ένα δυστυχισμένο παιδί εξελίσσεται σ'έναν δυστυχισμένο ενήλικα''.

Αντίθετα ένα παιδί ευτυχισμένο στα πρώτα του χρόνια θα μεταφέρει τα συναισθήματα αυτά σ'ολόκληρη την πορεία της εξέλιξής του. Τα θεμέλια της συναισθηματικής μας ζωής μπαίνουν στην βρεφική και πρώιμη παιδική μας ηλικία.

Το παιδί από την πρώτη στιγμή της γέννησής του βιώνει έμφυτες εσωτερικές ενορμήσεις οι οποίες μπορεί να δημιουργούν αντίθετα συναισθήματα π.χ. αγάπης και μίσους, με αποτέλεσμα τις εσωτερικές του συγκρούσεις. Όπως καταλαβαίνουμε αυτές τις συγκρούσεις το μικρό παιδί και πολύ περισσότερο το βρέφος αδυνατούν να τις ρυθμίσουν γεγονός που μπορεί να τους δημιουργεί άγχος και αναστάτωση.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα το μη υγιές στη σύγκρουση. Το πρόβλημα υφίσταται όταν οι συγκρούσεις δεν μπορούν να ρυθμιστούν ικανοποιητικά από το ίδιο το άτομο. Η περίοδος του ανθρώπου κατά την οποία το άτομο αδυνατεί να ρυθμίσει από μόνο του τις εσωτερικές του συγκρούσεις είναι η βρεφική του ηλικία. Την περίοδο αυτή χρειάζεται τη παρουσία του Άλλου, δηλαδή εκείνου του προσώπου που θα γίνει αρωγός των συγκρούσεών του. Το γεγονός αυτό αποτελεί μία από τις σημαντικότερες γονικές λειτουργίες:

Να καταφέρει ο γονιός με την Παρουσία τουτην Αγάπη, την Συναίσθηση και την Τρυφερότητά του να βοηθήσει το παιδί να μεταβολήσει το άγχος που προκύπτει από τις συγκρούσεις του αυτές ώστε να τις διαχειριστεί, να τις αντέξει και να μην κατακερματιστεί ψυχικά.

Κατανοούμε για ποιους λόγους είναι σημαντική λοιπόν η φυσική αλλά και η συναισθηματική παρουσία του γονιού κυρίως τους πρώτους μήνες της ζωής του παιδιού. Αν οι γονείς την περίοδο αυτή δεν παρίστανται φυσικά και κυρίως συναισθηματικά το παιδί θα μεγαλώσει με σημαντικά συναισθηματικά ελλείμματα που θα ταλανίζουν τον ψυχισμό του σε όλη την πορεία του με παράλληλα βλαβερές επιπτώσεις και στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Αυτή η κατάσταση θα παραπέμπει σε μία εικόνα όπου το παιδί και ο μετέπειτα ενήλικας θα επιζητά ανεξέλεγκτα αγάπη και στοργή από οπουδήποτε μπορεί αυτή να του δοθεί και ενδεχομένως με οποιοδήποτε τίμημα. Ταυτόχρονα το ίδιο το παιδί θα μισεί και θα απαξιώνει όλους εκείνους που αρνούνται ή δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην κάλυψη αυτών του των αναγκών.

Μία τέτοιου τύπου συμπεριφορά θα διαχέεται αρχικά στο άμεσο περιβάλλον του παιδιού φέρνοντας σε δύσκολη θέση συνήθως τους γονείς. Δηλαδή οι ίδιοι οι γονεις στο πέρασμα των χρόνων είναι εκείνοι που θα έρχονται αντιμέτωποι με την όποια συναισθηματική ανεπάρκεια του παιδιού έχοντας σημαντικό μερίδιο ευθύνης με τις δική τους στάση το καθοριστικότατο εκείνο διάστημα για τη εγκατάσταση της συναισθηματικής ισορροπίας στην πρώιμη παιδική του ηλικία.

Μολονότι οι συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού για αγάπη, στοργή, προσοχή, επικοινωνία, τρυφερότητα είναι όσο ποτέ άλλοτε παραδεκτές, εντούτοις κάποιοι διαμαρτύρονται, αντιδρούν ή εν τέλει αδιαφορούν:'' Γιατί ένα παιδί να χρειάζεται τόσα πολλά;'' αναρωτιούνται. Γιατί ο γονεικός ρόλος να'χει τόσες απαιτήσεις και οι γονείς να μην έχουν ένα πιο άνετο έργο;

Όντως ο ρόλος του γονιού φαίνεται να μην είναι μία απλή λειτουργία ιδίως όταν ο ίδιος ο γονιός έχει δικά του σημαντικά συναισθηματικά ελλείμματα και αποστερήσεις από την δική του παιδική ηλικία. Σημαντικό βέβαια είναι και από την πλευρά της η κοινωνία να προσαρμοστεί περισσότερο στις ανάγκες των γυναικών και μητέρων όπως συμβαίνει ήδη με εκείνες των ανδρών και πατέρων.

Παλιότερα, τότε που η ανώτατη εκπαίδευση ήταν απαγορευτική για τις γυναίκες, υπήρχαν λιγότερες συγκρούσεις ανάμεσα στις απαιτήσεις της οικογένειας και της καριέρας, παρόλο που η ματαίωση για μια ικανή και φιλόδοξη γυναίκα δεν είναι λιγότερο έντονη. Σήμερα παρόλη την πρόοδο και την ανάπτυξη της κοινωνίας μας οι εντάσεις που προκύπτουν από τις αντικρουόμενες απαιτήσεις οικογένειας και καριέρας φαίνεται να είναι μεγάλες και να παραμένουν δυσεπίλυτες. Ας ελπίσουμε ότι με τον καιρό οι κοινωνικές παραδόσεις θα εξελιχθούν ακόμα περισσότερο ώστε να βοηθούν τη μητέρα να ανταποκρίνεται καλύτερα στο ρόλο της και συνεπώς στις ανάγκες του παιδιού.

Να πούμε εδώ ότι: τα όποια συναισθηματικά ελλείμματα του παιδιού προκύψουν από ελλειπή φροντίδα από το περιβάλλον του στα πρώτα του χρόνια πέραν των αρνητικών επιπτώσεων στο ίδιο και την οικογένειά του, θα υπάρξουν και κοινωνικές επιπτώσεις οι οποίες σε μια αθροιστική λογική θα μπορούσαν να αποτελέσουν σοβαρό πλήγμα για το παρόν και το μέλλον μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Επανερχόμενοι στο θέμα των συγκρούσεων που βιώνει το βρέφος ή το μικρό παιδί και τον ρόλο των γονιών στην ρύθμιση αυτών ας εξετάσουμε τι συμβαίνει όταν προκύπτει ένας απρόσμενος ή πρόωρος αποχωρισμός.

Η εμπειρία ενός μεγάλου αποχωρισμού του μικρού παιδιού από τη μητέρα του μας δείχνει με τρόπο τραγικό πώς οι ήδη υπάρχουσες συγκρούσεις του αυξάνονται, μεγεθύνονται και απορρυθμίζονται δραματικά ώστε μετά οι όποιες συνηθισμένες προσπάθειες ρύθμισής τους να ακυρώνονται. Ένα μικρό δείγμα αυτών των εκφράσεων μπορούμε να παρατηρήσουμε να αποτυπώνονται στις εκδηλώσεις ενός μικρού παιδιού κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο ή στην παραμονή του στον βρεφικό σταθμό. Βλέπουμε την νοσταλγία, τη δυστροπία αλλά και τον απελπισμένο τρόπο με τον οποίο προσκολλώνται στη μητέρα τους μετα την επιστροφή τους στο σπίτι.

Τα παιδιά αυτά μπορεί να κρατούν ήπια απορριπτική στάση απέναντι στη μητέρα τους όταν τις ξαναβλέπουν ή και ενδεχομένως να τις κατηγορούν για την εγκατάλειψή τους. Κάποιες άλλες φορές μπορεί να αντιδρούν με θυμό, εχθρότητα και ενδεχομένως με "εκδικητική" συμπεριφορά.

Το πολύ μικρό παιδί ακόμα και την μετακίνηση της μητέρας σε ένα άλλο δωμάτιο μέσα στο ίδιο σπίτι μπορεί να την εκλάβει ως αποχωρισμό και να αντιδράσει με έντονο τρόπο (φωνές, κλάματα, πηγαίνοντας πίσω της). Εδώ χρειάζεται να πούμε πως κάποιες φορές είναι δύσκολο στους γονείς να αντιληφθούν την αιτία και την λογική μιας συμπεριφοράς πολλές φορές και ανεξέλεγκτης του παιδιού τους που τους κάνουν να νιώθουν αμηχανία ή και θυμό.

Γενικά όταν ένα παιδί για οποιονδήποτε λόγο εμφανίσει μία συμπεριφορά μη αποδεκτή από το περιβάλλον μπορούμε να το βοηθήσουμε αφήνοντάς το να εκφράσει τα αρνητικά του συναισθήματα τον θυμό, την εχθρότητα, την απόρριψη, την ζήλια, την δυστροπία του με ειλικρίνια, αμεσότητα και αυθορμητισμό.

Ο καλύτερος χειρισμός του γονιού στις περιπτώσεις αυτές είναι να δεχτεί από το παιδί με ηρεμία εκφράσεις όπως "σε μισώ μαμά" ή "μπαμπά είσαι κτήνος". Αντέχοντας αυτά τα ξεσπάσματα, δείχνουμε στα παιδιά μας πως δεν φοβόμαστε τα αρνητικά τους συναισθήματα πιστεύοντας ταυτόχρονα ότι αυτά μπορούν να ελεγχθούν. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ανεκτικότητας αυτών των αντιδράσεων του παιδιού από το περιβάλλον του το βοηθάει να αναπτύξει τον αυτοέλεγχό του.

Αντίθετα κάποιοι γονείς πιστεύουν ότι τα αρνητικά συναισθήματα του παιδιού όπως μίσος, ζήλια είναι όχι μόνο κακά αλλά και επικίνδυνα. Για τον λόγο αυτό οι γονείς αντιδρούν συνήθως με δύο τρόπους.

Ο ένας τρόπος είναι η έντονη αποδοκιμασία μέσα από την χρήση τιμωρίας. Ο άλλος τρόπος είναι πιο ύπουλος και ενοχικός με το να τονίζουν στο παιδί την αγνωμοσύνη του και τον πόνο, σωματικό και ψυχικό, που προκαλεί η συμπεριφορά του στους αφοσιωμένους γονείς του. Αν και οι δύο τρόποι αποβλέπουν στον έλεγχο των αρνητικών συναισθημάτων των παιδιών, οι κλινικές μελέτες αποδεικνύουν ότι είναι εντελώς ανεπιτυχείς και μόνο δυστυχία προκαλούν. Αφού και οι δύο τρόποι κάνουν τα παιδιά να νιώθουν φοβο και ενοχή για τα συναισθήματά τους, άρα να τα κρύβουν, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται ο έλεγχός τους.

Και οι δύο τρόποι τείνουν να δημιουργήσουν παιδιά με προβληματική προσωπικότητα. Ο τρόπος εκείνος που χρησιμοποιεί την τιμωρία δημιουργεί αντιδραστικά στοιχεία ή σε σοβαρότερες περιπτώσεις παραβατικούς ανηλίκους και μετέπειτα ενήλικες. Ο άλλος τρόπος που χρησιμοποιεί την ντροπή ή την ενοχή δημιουργεί ενοχικούς και αγχώδεις νευρωσικούς ενήλικες.

Αντίθετα, με τον καιρό, το όφελος από την ανοχή των γονιών είναι πολύ υψηλό.

Γνωρίζουμε ότι τα παιδιά αν αμφισβήτητα χρειάζονται αγάπη, ασφάλεια και ανεκτικότητα. Και τίθεται το ερώτημα: δεν θα πρέπει λοιπόν να δημιουργούμε στα παιδιά μας ποτέ συναισθήματα ματαίωσης αλλά να τα αφήνουμε να κάνουν ότι θέλουν; Ακόμα και αυτός ο τρόπος κάποιοι θεωρούν ότι μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη παιδιών που θα είναι βάρβαροι απόγονοι ποδοπατημένων γονέων.

Πρώτα απ'όλα, οι ματαιώσεις που έχουν πράγματι σημασία είναι αυτές που αφορούν στην ανάγκη του παιδιού για αγάπη και φροντίδα από τους γονείς. Εφόσον οι ανάγκες αυτές ικανοποιούνται, οι άλλου είδους ματαιώσεις δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, χωρίς να είναι και πάντα καλές βέβαια για το παιδί.

Η τέχνη του καλού γονέα είναι να διακρίνει τις ματαιώσεις που μπορούν να αποφευχθούν και αυτές που δεν μπορούν.

Ένα μεγάλο ποσοστό διένεξης και θυμού στα μικρά παιδιά αλλά και απώλειας ψυχραιμίας των γονιών, μπορεί να αποφευχθεί με απλές διαδικασίες:ένα απλό παιχνίδι μπορεί να αφαιρέσει από τα χέρια του παιδιού μια ακριβή πορσελάνη της μητέρας του, η διακριτικότητα ή και το χιούμορ μπορούν να στείλουν καλύτερα το παιδί για ύπνο, παρά η απαίτηση της τυφλής υπακοής, η ανοχή στην επιλογή του φαγητού από το ίδιο το παιδί αλλά η ίδια η επιλογή και του τρόπου που θέλει να φάει ( ακόμα και αν θέλει να πιεί το γάλα του με το μπιμπερό σε ηλικία δύο ετών ή και μεγαλύτερο).

Οι φασαρίες και οι εκνευρισμοί από τις προσπάθειες των γονέων να επιβάλλουν στο παιδί τις δικές τους απόψεις για το τι και το πώς θα φάει είναι γελοίες και τραγικές. Υπάρχουν σήμερα μελέτες που αποδεικνύουν πως τα παιδιά, μωρά και νήπια, έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν το διαιτολόγιό τους προς μεγάλη ανακούφιση των γονιών πουν υιοθετούν αυτές τις μεθόδους (Davis).

Πολλούς γονείς τους απασχολεί με ποιο τρόπο θα αποτρέψουν τις καταστροφές αλλά και τους ενδεχόμενους τραυματισμούς απ' αυτές του παιδιού τους. Εκ πρώτης όψεως χρειάζεται να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να υπάρχει μια τέτοια οργάνωση των αντικειμένων στο χώρο που να μην δημιουργεί προβλήματα. Έπειτα η φιλική αλλά σταθερή παρέμβαση φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στην κατανόηση από την πλευρά του παιδιού κάποιων ορίων μέσα στα οποία συνήθως χρειάζεται να κινείται ώστε να μην προκαλούνται καταστροφές αλλά ταυτόχρονα να υπάρχει και μία καλή συννενόηση μέσα στην οικογένεια. Ο τρόπος αυτός δεν δημιουργεί πικρία όπως η τιμωρία αλλά και μακροπρόθεσμα είναι περισσότερο αποτελεσματική.

Ο Bowlby θεωρεί ότι η τιμωρία ως μέσο ελέγχου είναι μία αυταπάτη του δυτικού πολιτισμού. Ενδεχομένως για μεγαλύτερα παιδιά ή ενήλικες να έχει μία αξία ως βοηθητική άλλων μεθόδων. Στα πρώτα χρόνια όμως του παιδιού θεωρεί ότι δημιουργεί άγχος και μίσος δυσανάλογα προς αυτά που θέλουμε να θεραπεύσουμε.

Ευτυχώς, με τα μωρά και τα νήπια , που είναι τόσο μικρότερα από εμάς τους ενήλικες, η φιλική παρέμβαση είναι εύκολο να εφαρμοστεί. Απλώς το απομακρύνουμε. Το τίμημα είναι η συνεχής παρουσία μας, ένα τίμημα που όλοι οι σωφρονες γονείς πρέπει να πληρώσουν.

Η αντίληψη πως τα μικρά παιδιά μπορεί να γίνουν πειθαρχημένα υπακούοντας στους κανονισμούς, ώστε να μην ξεπερνούν τα όρια είναι λαθος. (Bowlby). Τα παιδιά από νωρίς καταλαβαίνουν τι μας αρέσει και τι όχι, δεν έχουν όμως την απαραίτητη ψυχική υποδομή ώστε να ακολουθούν τις επιθυμίες μας κατά την απουσία μας. Απειλές και εκφοβισμοί του παιδιού οδηγούν σε αποτυχία των μεθόδων πειθαρχίας, ενώ δημιουργούν απογοητεύσεις και ματαιώσεις σε όσους προσπαθούν να τις επιβάλλουν.

Με τον τρόπο της φιλικής παρέμβασης αποφεύγουμε να προκαλέσουμε θυμό και πικρίες που συνδέονται με την τιμωρία, ενώ προσφέρουμε ταυτόχρονα στο παιδί ένα μοντέλο αποτελεσματικής ρύθμισης των συγκρούσεών του. Του δείχνουμε πως η βία, η ζήλια και η απληστία μπορούν να αντιμετωπιστούν με ειρηνικά μέσα χωρίς δραστικές μεθόδους καταδίκης και τιμωρίας, οι οποίες, εάν υιοθετηθούν από το παιδί, μπορεί να οδηγήσουν σε παθολογικές ενοχές και αυτοτιμωρία.

Πρόκειαι για μία τεχνική που δημιουργήθηκε με βάση τις απόψεις του Donald Winnicot, ο οποίος, ακολουθώντας τη Melanie Klein, υποστήριξε ότι σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει μία έμφυτη ηθική, η οποία αν της δοθεί η δυνατότητα να αναπτυχθεί, παρέχει στην προσωπικότητα του παιδιού τη συναισθηματική υποδομή της ηθικής συμπεριφοράς. Είναι μία άποψη η οποία τοποθετεί δίπλα στην έννοια του προπατορικού αμαρτήματος, την ύπαρξη του οποίου οι ψυχαναλυτές έχουν διαπιστώσει στην καρδία του ανθρώπου, την έννοια της αγάπης για τον πλησίον και της έμφυτης καλοσύνης, η οποία μπορεί όντως να επικρατήσει κάτω από ευνοικές συνθήκες.

Πρέπει λοιπόν οι γονείς να είναι αιώνια δοτικοί, ανεκτικοί και φιλικά παρεμβατικοί; Σίγουρα όχι. Οι γονείς πολλές φορές συμβαίνει να έχουν συναισθήματα θυμού και ζήλιας, τα οποία θα εκφράσουν αρκετές φορές είτε το θέλουν είτε όχι.

Ο Bowlby πιστεύει πως τα σποραδικά ξεσπάσματα των γονιών πολύ λίγο βλάπτουν. Είναι ένας τρόπος εκτόνωσης των γονιών αλλά και μία ένδειξη προς τα παιδιά πως και εκείνοι έχουν τα ίδια προβλήματα με αυτά. Τέτοιες αυθόρμητες εκφράσεις συναισθημάτων, συνοδευόμενη από μία συγγνώμη αν το παρατραβήξαμε, διαφοροποιείται από την τιμωρία, δικαιολογημένη ή όχι. Το απόφευγμα του Bernard Shaw "μη δέρνετε ποτέ ένα παιδί, παρεκτώς εάν βρίσκεστε εν βρασμό" είναι πετυχημένο.

Είναι ανόητο να προσποιούμαστε πως δεν κάνουμε λάθη. Μερικά λάθη οφείλονται στην άγνοια ως προς το ποιές καταστάσεις για παράδειγμα είναι βλαπτικές για το παιδί όπως η επαναλαμβανόμενη και πρόωρη αποστέρηση της μητέρας ή η πρόωρη αυστηρή τιμωρία.

Τα περισσότερα πάντως απ'αυτά προέρχονται από τα ασυνείδητα συναισθηματικά προβλήματα των γονιών από την δική τους παιδική ηλικία.

Άλλες φορές μερικοί γονείς αφού έχουν διαβάσει όλα τα βιβλία που αναφέρονται στην ανατροφή του παιδιού, παρόλα αυτά τα πράγματα εξακολουθούν να μην πηγαίνουν καλά. Η αποτυχία αυτή οδήγησε κάποιους να αμφισβητήσουν τις γνώσεις που υπάρχουν σήμερα για τη σωστή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Διότι εκείνο που έχει σημασία δεν είναι τι κάνουμε, αλλά πώς το κάνουμε (Bowlby).

Για παράδειγμα μία αγχώδης και αμφιθυμική μητέρα που ταίζει το παιδί της όταν εκείνο το απαιτεί μπορεί να αντιμετωπίσει περισσότερα προβλήματα από μια ήρεμη και ευτυχισμένη μητέρα που ταίζει το μωρό της ακολουθώντας το τυπικό ωράριο. Μ'αυτό θέλουμε να επισημάνουμε για άλλη μια φορά πως οι άνθρωποι σ'όλες τις περιόδους της ζωής τους αλλά πολύ περισσότερο στη βρεφική και την πρώιμη παιδική τους ηλικία είναι ευαίσθητοι στην συναισθηματική συμπεριφορά όσων τους περιβάλλουν όσο τίποτα άλλο (Bowlby).

Έτσι τα πολύ μικρά παιδιά είναι πιο ευαίσθητα στον τόνο της φωνής, στις χειρονομίες, στις εκφράσεις του προσώπου απ'ότι οι ενήλικες και γενικότερα στο χειρισμό τους. Παράδειγμα: Μια πολύ αγχώδης μητέρα, ανέφερε πως ανακάλυψε ότι το ηλικίας δεκαοχτώ μηνών παιδί της, για το οποίο για το οποίο παραπονιέται ότι είναι γκρινιάρικο και προσκολλημένο πάνω της, αντιδρά διαφορετικά κάθε φορά που απομακρύνεται από το δωμάτιο. Αν φύγει τρέχοντας να κλείσει την την κουζίνα, τότε το παιδί κλαίει και απαιτεί την επιστροφή της. Εάν φύγει ήσυχα, το παιδί δεν αντιλαμβάνεται την απομάκρυνσή της.

Πέρα λοιπόν από την εγκεφαλική κατανόηση, την οποία δεν υποτιμούμε, η ευαισθησία των γονέων στις αντιδράσεις του παιδιού και η ικανότητά τους να προσαρμόζονται στις ανάγκες του χρησιμοποιώντας τη διαίσθησή τους είναι αυτό που τους κάνει να παρέχουν τη σωστή φροντίδα.

Πολλές φορές ακούμε διάφορους ακόμα και από τον χώρο της εκπαίδευσης να λένε πως ένα παιδί υποφέρει εξαιτίας της συμπεριφοράς ενός από τους γονείς, συνήθως της μητέρας, η οποία περιγράφεται ως πολύ αγχώδης, ή υπερπροστατευτική, δεσποτική ή απορριπτική, στοιχεία που όντως επαληθεύονται. Εκείνο όμως που δεν λαμβάνεται υπόψιν από τους επικριτές της μητέρας αυτής είναι η ασυνείδητη προέλευση αυτής της αρνητικής της συμπεριφοράς. Συνεπώς σίγουρα η παρότρυνση ή η κριτική δεν βοηθάει έναν γονιό που έχει ο ίδιος συναισθηματικές δυσκολίες αφού πρόκειται για μία κατάσταση πολύ πιο σύνθετη.

Ενδεχομένως, μία ψυχαναλυτική προσέγγιση να μπορέσει να φωτίσει την προέλευση των δυσκολιών των γονέων και να προσφέρει έναν ορθολογικό τρόπο αντιμετώπισης. Παρόλα αυτά οι περισσότερες δυσκολίες τους φαίνεται να προέρχονται από τις δικές τους ανεπίλυτες συγκρούσεις.

Όταν γινόμαστε γονείς, ξυπνούν μέσα μας πολύ ισχυρά συναισθήματα, όπως αυτά θα μπορούσαμε να πούμε μεταξύ δύο εραστών τα οποία όμως έχουν πολλές φορές αντιφατικό χαρακτήρα. Ειδικά στις μητέρες παρουσιάζεται η ίδια επιθυμία για ολοκληρωτική κτήση, η ίδια αφοσίωση και η ίδια απόσυρση του ενδιαφέροντός τους από τους άλλους. Δυστυχώς όμως, πέρα από αυτά τα συναισθήματα αγάπης, συχνά υπάρχει μία πρόσμειξη μνησικακίας, ακόμα και μίσους. Η ανεπιθύμητη και απρόσκλητη εχθρότητα στα συναισθήματα της μητέρας ή του πατέρα προς το παιδί φαίνεται τόσο περίεργη και συχνά τρομακτική, ώστε πολλοί από εσάς δεν μπορείτε να το πιστέψετε. Αλλά είναι αλήθεια για τους γονείς και το παιδί. Ποια είναι όμως η προέλευσή της;

Αν και ίσως είναι δύσκολο να την εξηγήσουμε απόλυτα, φαίνεται καθαρά πως τα συναισθήματα που ξυπνούν μέσα μας όταν γινόμαστε γονείς έχουν πολλά κοινά με τα συναισθήματα που οι γονείς και τα αδέλφια μας είχαν προκαλέσει σε εμάς όταν είμασταν παιδιά. Για παράδειγμα μία μητέρα που είχε βιώσει έντονη συναισθηματική αποστέρηση από τους δικούς της γονείς, αν δεν έχει εξελιχθεί σε άτομο ανίκανο να νιώσει στοργή, θα αισθανθεί έντονα την ανάγκη να κατακτήσει την αγάπη του παιδιού της, φτάνοντας στα άκρα για να το πετύχει.

Το πρόβλημα ουσιαστικά δεν οφείλεται στην αναμόχλευση παλιών συναισθημάτων από την παιδική τους ηλικία όσο στην έλλειψη ικανότητας των γονέων να υπομένουν και να ρυθμίζουν αυτά τους τα συναισθήματα. Αυτό σημαίνει ότι ο γονιός τα έντονα συναισθήματα της παιδικής του ηλικίας δεν τα'χει επεξεργαστεί επαρκώς ώστε να μην τον αναστατώνουν πια σε κάποιες επαφές με το παιδί του. Το αποτέλεσμα της αναστάτωσης αυτής είναι να έχει μία στρεβλή συμπεριφορά προς το παιδί του για την οποία πολλές φορές και ο ίδιος εκπλήσσεται, απορεί και μέμφεται τον εαυτό του.

Η αδυναμία δηλαδή των γονιών να αναγνωρίσουν την αληθινή φύση των αρνητικών τους συναισθημάτων προς το παιδί είναι εκείνη που τους δυσκολεύει στο να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους αναλόγως στην κάθε περίπτωση με το παιδί, χωρίς να ωθούνται από άγνωστες σε αυτούς δυνάμεις σε μία ξένη για την περίσταση στάση τους. Η αναστάτωση που προέρχεται από τις παρελθοντικές συγκρούσεις των γονιών είναι εκείνη που τους καθιστά ανίκανους να είναι υπομονετικοί και δοτικοί γονείς, όπως οι ίδιοι όντως θα επιθυμούσαν.

Η δυσκολία τους λοιπόν οφείλεται στο ότι χειρίζονται τα επανεμφανιζόμενα συναισθήματα του παρελθόντως- χωρίς να το αντιλαμβάνονται- με τον ίδιο πρωτόγονο και επισφαλή τρόπο όπως και στην παιδική τους ηλικία, όταν δεν είχαν καλύτερες μεθόδους στη διάθεσή τους ώστε να τα διαχειριστούν ωσάν να έχουν μπροστά τους τα τότε πρόσωπα. Δυσκολεύονται να καταλάβουν ότι αυτά τα αρνητικά τους συναισθήματα προς το παιδί ανήκουν στην δική τους παιδική ιστορία με αποδέχτη πρόσωπα του τότε περιβάλλοντός τους και όχι βέβαια το δικό τους το παιδί.

Έτσι λοιπόν, μία μητέρα που φοβάται συνεχώς πως το μωρό της μπορεί να πεθάνει δεν έχει επίγνωση της εσωτερικής της παρόρμησης να το σκοτώσει. Η παρόρμηση αυτή μπορεί να 'χει να κάνει με την επιθυμία θανάτου της δικής της μητέρας όταν εκείνη ήταν παιδί, αναζητώντας βέβαια κινδύνους αλλού -ατυχήματα, ασθένειες, αδιαφορία των γειτόνων. Ο γονιός που εξαντλεί την αυστηρότητά του στο παιδί για ασήμαντους λόγους. Ο πατέρας που μνησικακεί επειδή μονοπωλεί την αγάπη της συζύγου του και επιμένει πως η πολύ προσοχή της κάνει κακό στο μωρό, αγνοεί ότι το κίνητρό του είναι το ίδιο με τη ζήλια που ένιωσε στην παιδική του ηλικία όταν γεννήθηκε το αδερφάκι του.

Το ίδιο ισχύει και για τη μητέρα που εμφανίζεται κτητική ως προς την αγάπη του παιδιού της και η οποία, μέσα από συνεχείς θυσίες, προσπαθεί να εξασφαλίσει το γεγονός ότι το παιδί είναι αδικαιολόγητο να νιώσει οτιδήποτε άλλο εκτός από αγάπη και ευγνωμοσύνη. Αυτή η μητέρα, που με μια πρώτη ματιά φαίνεται δοτική, δημιουργεί συναισθήματα έχθρας και μνησικακίας στο παιδί με τις απαιτήσεις της για αγάπη μαζί με μεγάλη ενοχή, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της, είναι μία καλή μητέρα που μόνο ευγνωμοσύνη της αξίζει. Με τη συμπεριφορά της αυτή δεν έχει επίγνωση πως απαιτεί την αγάπη που θεωρεί ότι άξιζε όταν ήταν μικρή και δεν την είχε.

Δυστυχώς αλλά κατά έναν ανάλογο τρόπο τα μωρά και τα μικρά παιδιά αποτελούν τα τέλεια εξιλαστήρια θύματα στα οποία μπορούν να προβάλλονται επάνω τους εύκολα και χωρίς κανένα προσωπικό κόστος όλα τα αμαρτήματα του ανθρώπινου είδους: ζήλια, μίσος, φθόνος, εκδίκηση, απληστία, λαγνεία.

Ο γονέας που τρέφει ενοχές, σε σχέση με κάποια από αυτά τα αμαρτήματα, δεν εμφανίζει την απαραίτητη ανοχή προς το παιδί όταν αυτό το εκδηλώνει σε πολύ μικρό βαθμό ή περιστασιακά. Βασανίζει το παιδί στη μάταιη προσπάθειά του να ξεριζώσει το "κακό". Κάποτε ένας πατέρας είχε σε όλη του τη ζωή πρόβλημα αυνανισμού. Κάθε φορά που έβλεπε το γιό του να ακουμπά το χέρι του πάνω στα γεννητικά του όργανα, τον έβαζε κάτω από το κρύο νερό. Ενεργώντας κατ'αυτόν τον τρόπο ο γονέας επιτείνει την ενοχή του παιδιού, καθώς και το φόβο και το μίσος του προς την εξουσία.

Συχνά οι γονείς επικρίνουν τον κόκκο άμμου στο μάτι του παιδιού, χωρίς να βλέπουν το δοκάρι στο δικό τους το μάτι, με συνέπεια να δηλητηριάζεται η μεταξύ τους σχέση και να ανακύπτουν σοβαρότατα προβλήματα στο παιδί.

Όσοι θεραπευτές έχουν εργαστεί στα ιατροπαιδαγωγικά έχουν εντυπωσιαστεί από τη συχνότητα με την οποία τα προβλήματα των γονέων φαίνεται να έχουν δημιουργήσει ή επιδεινώσει τις δυσκολίες των παιδιών. Πράγματι το φαινόμενο αυτό είναι τόσο συχνό ώστε ο θεραπευτής χρειάζεται να δίνει την ίδια προσοχή στη βοήθεια προς τους γονείς, για να επιλύσουν τα δικά τους συναισθηματικά προβλήματα, μ'εκείνη που δίνεται στα παιδιά.

Πολλές βέβαια είναι οι φορές κατά την οποία οι γονείς αρνούνται το δικό τους πρόβλημα επιρρίπτοντάς το όλο στο παιδί.

Στις περιπτώσεις αυτές παρακωλύεται και μπλοκάρεται το έργο του θεραπευτή και προφανώς η θεραπεία του παιδιού αφού αρνούνται να αλλάξει κάτι στο πλαίσιο της οικογένειας που σχετίζεται με τη δημιουργία ή την διατήρηση και επιδείνωση του προβλήματος.

Όντως για αρκετούς γονείς είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτούν ότι το πρόβλημα στο παιδί τους ξεκινάει και συντηρείται από τους ίδιους.

Συνεπώς όσο πιο γρήγορα και σαφέστερα κατανοήσουν και αποδεχτούν οι γονείς την δική τους ευθύνη απέναντι στο πρόβλημα του παιδιού τους τόσο πιο γρήγορη και αποτελεσματικότερη θα είναι η θεραπευτική παρέμβαση.

Εάν έχουμε αυτό υπόψη μας, θα αποφευχθεί ένας φαύλος κύκλος αναπαραγωγής των ίδιων μοντέλων οικογένειας: διαταραγμένα παιδιά που μεγαλώνοντας θα εξελιχθούν τα ίδια σε διαταραγμένους γονείς, αφού θα χειρίζονται τα παιδιά τους με τέτοιο τρόπο, ώστε η επόμενη γενιά να εμφανίσει τα ίδια ή παρόμοια προβλήματα.

Γι'αυτό συμβουλεύουμε τους γονείς να ζητούν έγκαιρα βοήθεια, αμέσως μόλις γίνουν γονείς. Η αναγνώριση, η κατανόηση και η έγκαιρη παρέμβαση που αφορά στις ασυνείδητες συγκρούσεις των γονιών θα τους βοηθήσει να είναι καλύτεροι γονείς όπως άλλωστε και επιθυμούν χωρίς τις προβολές και τις παραινέσεις του παρελθόντος στην συμπεριφορά τους προς το παιδί.

Κατά έναν παρόμοιο τρόπο η εξειδικευμένη βοήθεια που δίνεται στους γονείς στους κρίσιμους μήνες πριν και μετά τη γέννηση του παιδιού, αλλά και στα πρώτα χρόνια της ζωής του, συνίσταται σε μια βοήθεια προς τους γονείς έτσι ώστε να αναπτύξουν μια σχέση αγάπης και κατανόησης με το μωρό, όπως όλοι επιθυμούν.

Γνωρίζουμε ότι τα πρώτα χρόνια της ζωής του βρέφους, όταν μπαίνουν τα θεμέλια της προσωπικότητας αποτελούν αποφασιστική περίοδο για την ανάπτυξή του. Με τον ίδιο τρόπο φαίνεται ότι οι πρώτοι μήνες και τα πρώτα χρόνια μετά τη γέννηση του μωρού αποτελούν κρίσιμη περίοδο στην εξέλιξη του πατέρα και της μητέρας μπαίνοντας σε νέους ρόλους αποφεύγοντας τις καθοριστικές για το μέλλον της οικογένειας συναισθηματικές επιδράσεις από το παρελθόν αφού οι σχέσεις αυτήν την περίοδο είναι πολύ εύπλαστες.

Ίσως στην κοινωνία του μέλλοντος αυτές οι περιβαλλοντικές επιδράσεις από το παρελθόν των γονιών προς το παιδί μέσω μιας ευρύτερης παιδείας των γονιών που να αφορά στην ψυχοσυναισθηματική τους υγεία και ενδεχομένως μιας προετοιμασίας τους για τον γονεικό ρόλο να εξαλείφονται πρώιμα. Ώστε οι ανεπιθύμητες και στρεβλές συναισθηματικές επιδράσεις στην πιο ευαίσθητη και καθοριστική περίοδο για την μετέπειτα εξέλιξη του παιδιού να εξασθενούν και να αποκαθίστανται ανάλογα.

Όλα αυτά όσον αφορά τις εξωτερικές επιδράσεις στην ανάπτυξη του παιδιού και κατά πόσο αυτές μπορούν να καθησυχάσουν ή να επιτείνουν τις εσωτερικές συγκρούσεις του βρέφους. Στο σημείο αυτό να πούμε ότι η ψυχαναλυτική προσέγγιση θα είχε σημαντική συνεισφορά.

Κατόπιν πολλών χρόνων θεωρητικής και κλινικής έρευνας και μελέτης, σήμερα μπορούμε να πούμε ότι γνωρίζουμε αρκετά τα οποία αν ήμασταν σε θέση να τα εφαρμόσουμε ενδεχομένως να είχαμε αύξηση της ανθρώπινης ευτυχίας και μείωση της ψυχολογικής νοσηρότητας.

Από την άλλη πλευρά βέβαια θα ήταν ανόητο να πιστευούμε πως η γνώση μας είναι τέτοια, ώστε να εγγυώμαστε ότι το παιδί θα αναπτυχθεί χωρίς μεγάλες δυσκολίες αφού για την προέλευση κάποιων από αυτές δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Όσα περισσότερα κατανοούμε για την προέλευση των δυσκολιών του παιδιού οι ευκαιρίες για καρποφόρα έρευνα επεκτείνονται.

 

Last Updated (Tuesday, 07 December 2010 22:48)